Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας - Τα δημόσια οικονομικά (;) οδηγούν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% και προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος.

Mοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας και οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας....
Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.
Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% και προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω Συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει τη διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων.
Αναχρηματοδότηση χρέους

Αφορμή γι’ αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες, δε, ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της, που ανέρχονται σε 16 δις μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στο «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που επισήμως διαψεύστηκαν μεν, καθόλου πειστικά δε. Η επίσκεψη, μάλιστα, του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος-Καν στη Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος και εντέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της Ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, και είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53%, όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια, μια συνεχής προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να τη συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ –προκαλώντας τη δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης–, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια, η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.
Δημοσιονομικό έλλειμμα

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμά της που στα τέλη του 2009 έφτασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι στο Δημόσιο Τομέα, αλλά στον… Ιδιωτικό! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβριο του 2008 όμως ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας, με αφορμή το σκάσιμο της «φούσκας» των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη όπου η εν λόγω αγορά είχε φτάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στους Financial Times στις 9 Ιουνίου, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της «φούσκας» κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκατ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φτάνουν το 1 εκατομμύριο! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δις ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιουνίου), με ονομαστικό στόχο τη μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμιση χρόνο μετά, βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων, και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια «μαύρη» τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέχτηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο Ιδιωτικός Τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας επίσης προβληματικός.
Επικίνδυνη αστάθεια

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις, με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο το Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δις ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν, όπως φάνηκε, γι’ αυτή τη «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, έως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας, από τη μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ, από την άλλη, φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα –όπως ακριβώς συμβαίνει στη Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες– βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία, το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.
Υπερχρέωση τραπεζών

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιουνίου οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El País στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από τη γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στη ζημία που θα υποστεί το Δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δις ευρώ, τις «μαύρες» τρύπες τους, σύμφωνα με την El País στις 16 Ιουνίου, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων, καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο, ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους –αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία– θα διευρύνεται.
Άγρια σύγκρουση με τις τοπικές κοινωνίες

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Θαπατέρο, στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας, επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων», που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας τη χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από τη Βουλή. Άλλωστε μόλις μία μέρα μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011 πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μίας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ψήφιση από το Κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιουνίου ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας, άλλωστε, έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο, ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.

ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: